Μια υπέροχη μέρα

  • 0
Έτρεχα με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο άνεμος σφύριζε στ' αυτιά μου, ενώ τα δάκρυα σχημάτιζαν ρυάκια στο πρόσωπο μου. Δεν είχα έναν συγκεκριμένο προορισμό, μόνο έτρεχα, έτρεχα...ήταν τόσο ωραίο αυτό το συναίσθημα..η αδρεναλίνη μου είχε αγγίξει τα όρια της, όταν μία τεράστια πράσινη μύγα πέρασε από μπροστά μου...
Ελίχθηκα με χάρη γατόπαρδου αποφεύγοντας τη βέβαιη σύγκρουση, αλλά το περιτύλιγμα από ένα πακέτο τσιγάρα μαζί με δύο καλομασημένες τσιχλόφουσκες μπιγκ μπάμπολ, που πριν δευτερόλεπτα είχε πετάξει η ξανθιά κυρία απο το μπροστινό αυτοκίνητο, βρέθηκε να φράσσει το φάρυγγα μου, κόβοντας μου την ανάσα, καθώς το χρόνιο πρόβλημα ιγμορίτιδας που με ταλαιπωρεί, δε μου επιτρέπει να αναπνέω απο τη μύτη. Χωρίς να χάσω την ψυχραιμία μου πατάω φρένο, με αποτέλεσμα να περάσω στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αφού δεν είχα προσέξει ότι το αυτοκίνητο της ξανθιάς κυρίας έχανε λάδια. Ο οδηγός της επερχόμενης νταλίκας μου ανοιγόκλεισε τα μεγάλα φώτα, αλλά ήταν αδύνατο να ελέγξω την ορμή που είχε αποκτήσει στο μεταξύ το ποδήλατο μου...Το χτύπημα στις μπαριέρες ήταν αναπόφευκτο. Το κορμί μου βρέθηκε να υπερίπταται των πουρναριών που είχαν ξεφυτρώσει στις παρυφές του δρόμου, ενώ το περιτύλιγμα με τις τσίχλες είχε ξεκολλήσει από το τράνταγμα και με συνόδευε στη σύντομη πτήση μου. Όλη μου η ζωή άρχισε να περνάει σαν ταινία μπροστά από τα μάτια μου, αλλά εγώ είχα στρέψει το βλέμμα μού στη μελαχρινή κυρία που είχε βγάλει βόλτα το σκυλάκι της, χάνοντας όλα τα επεισόδια. Έπεσα με την πλάτη πάνω στο οδόστρωμα, ενώ όλη μου η ζωή άρχισε να ξαναπερνάει μπροστά απο τα μάτια μου. Τα έκλεισα για λίγο και όταν τα ξανάνοιξα αντίκρισα τη μελαχρινή κυρία να είναι σκυμμένη στο προσκέφαλο μου, ενώ το σκυλάκι της κατουρούσε πάνω στο παπούτσι μου. <<Είστε καλά;>>, με ρώτησε με ύφος γεμάτο ενδιαφέρον, <<ναί, ναί, καλά είμαι..τώρα καλά είμαι>>, αποκρίθηκα..<<Μη μετακινείστε σας παρακαλώ, θα ειδοποιήσω ένα ασθενοφόρο>>, ανταπάντησε, <<όχι, είμαι καλά, δεν υπάρχει λόγος να...>>
<<Τουλάχιστον, ελάτε σπίτι μου να συνέλθετε. Να, εδώ πιό κάτω είναι. Σας παρακαλώ, δε μπορώ να σας αφήσω έτσι>>. Έγνεψα καταφατικά και αφού με βοήθησε να σηκωθώ περπατήσαμε μέχρι την είσοδο του σπιτιού της. <<Φτάσαμε, ελάτε, ελάτε>> είπε, ενώ το σκυλάκι της κατουρούσε και το άλλο μου παπούτσι. <<Ξέρετε, δεν υπάρχει λόγος να ταλαιπωρείστε για μένα..νιώθω πολύ καλά, δεν ήταν τίποτα>>
<<Μα πως, πως. Σας είδα που τιναχτήκατε πάνω απο τους θάμνους! Δεν σας κρύβω ότι τρόμαξα πάρα πολύ>>
<<Το ίδιο και το σκυλάκι σας, ε;>>, είπα για να ελαφρύνω το κλίμα, δείχνοντας τα κατουρημένα παπούτσια μου, <<Ααα!!>> Ακούστηκε ένα επιφώνημα, ντροπής και έκπληξης συνάμα, το οποίο σύντομα ακολουθήθηκε από ακατάσχετα γέλια και από τους δύο μας.
Περάσαμε στο σαλόνι όπου και καθίσαμε στον ευρύχωρο κόκκινο καναπέ, <<Βγάλτε σας παρακαλώ τα παπούτσια σας να τα καθαρίσω λίγο>>, είπε η μελαχρινή κυρία, <<Μα δε χρειάζεται. Να, λίγο νερό να πιώ και θα φύγω. Είμαι μιά χαρά>>
<<Δεν ακούω τίποτα>> Είπε και με γρήγορες κινήσεις μου έβγαλε τα παπούτσια, <<Θα πεταχτώ λίγο στο μπάνιο να τους ρίξω λίγο νερό, να φύγουν τα πολλά, πολλά. Μη φύγεις!>>, Είπε, χαμογελώντας και χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά ενικό πρόσωπο.<<Που να πάω; Τώρα θα φύγω;>> Σιγοψιθύρισα απο μέσα μου.
Περιεργάστηκα το χώρο με γρήγορες ματιές, όταν ακούστηκε ένα κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά. Η πόρτα άνοιξε και ένας μεγαλόσωμος άντρας, με κυνηγετική περιβολή και ένα δίκανο στο αριστερό του χέρι μπήκε στο σπίτι. <<Ποιός είσαι εσύ;>>, με ρώτησε με άγριο ύφος <<Εεεε>>, ψέλλισα εγώ <<Μωρή, φέρνεις άντρες στο σπίτι όσο εγώ λείπω;>> Φώναξε, αρπάζοντας δύο φυσιγγια από το χακί τσαντάκι του. Χωρίς να το πολυσκεφτώ τινάχτηκα απο τον καναπέ και με μιά βουτία πήδηξα έξω απο το ανοικτό παράθυρο που βρισκόταν πίσω μου. Έτρεχα ξυπόλητος χωρίς να γυρίσω στιγμή το βλέμμα. Κατάφερα να βγώ στην κεντρική οδό όπου ένα αυτοκίνητο ερχόταν προς το μέρος μου. Έκανα απεγνωσμένα, σήμα με τα χέρια μου να σταματήσει. Ήμουν τόσο τυχερός...το αυτοκίνητο σταμάτησε, εγώ μπήκα γρήγορα μέσα κοιτάζοντας πίσω. <<Αγάπη μου γλυκιά, τι έπαθες;>>, είπε η κυρία του αυτοκινήτου, ενώ εγώ κοιτούσα επίμονα προς τα πίσω..<<Καλά, καλά είμαι. ξεκινήστε σας παρακαλώ>> είπα, στρέφοντας αργά τη ματιά μου προς το μέρος της. Εκείνη τύλιξε σε ένα χαρτάκι την τσίχλα που μασούσε και είπε <<Γλυκέ μου, θα σταματήσουμε σε ένα συνεργείο γιατί το ρημάδι χάνει λάδια! Εντάξει;>>

 
Δε μίλησα...η αδρεναλίνη μου είχε πλέον εξαντληθεί....

 
ΝικΝικ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ShareThis

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...