Η αλήθεια της αλήθειας

  • 0
Τι μπορεί να σκέφτεται ένας άνθρωπος μέσα στο κατακαλόκαιρο, με τη θερμοκρασία να αγγίζει τους 40 υπό σκιά και τη Χίλαρι να χαριεντίζεται με το Γιώργο, στους διαδρόμους του Μαξίμου; Πάντως, πήραμε τα εύσημα για τον εσωτερικό διάκοσμο. Δεν είναι και λίγο.

Λοιπόν, δεν ξέρω τι σκέφτεται ένας άνθρωπος κάτω από αυτές τις συνθήκες. Το πιθανότερο είναι να μη σκέφτεται καθόλου. Μπορώ όμως να σε διαφωτίσω σχετικά με τις σκέψεις που περνούν από το δικό μου το τσερβέλο τον τελευταίο καιρό. Αυτό που σκεφτόμουν λοιπόν, είναι ότι όσες περισσότερες πληροφορίες διασχίζουν τις εγκεφαλικές μου συνάψεις, τόσο λιγότερη γνώση αισθάνομαι ότι κατέχω τελικά. Όσο πασχίζω να προσεγγίσω την αλήθεια, διαβάζοντας και παρατηρώντας, τόσο περισσότερο νιώθω να απομακρύνομαι από αυτή. Ξεγλιστράει σαν αερικό η άτιμη. Σαν άπιαστο όνειρο. Σα τον προορισμό που το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι να τον φαντασιωθείς. Γιατί να συμβαίνει αυτό όμως; Πως είναι δυνατόν, όσο πληροφορείσαι, όσο παρατηρείς, όσο αναλύεις, να νιώθεις ότι απομακρύνεσαι από την αλήθεια; Δεν θα έπρεπε, με θεμέλιο την κοινή λογική, ή την όποια λογική, όσο μελετάς να καταλαμβάνεσαι από ένα αίσθημα πληρότητας, ένα αίσθημα ασφάλειας, ότι κάπου φθάνεις βρε αδελφέ; Μέχρι και ο Οδυσσέας, καταϊδρωμένος και καταταλαιπωρημένος, έφτασε στην Ιθάκη. Που στο διάβολο βρίσκεται η Ιθάκη της αλήθειας; Πως με τόση ευκολία οι θρησκείες και το ΚΚΕ, διατυμπανίζουν ότι την κατέχουν; Από πού ακριβώς πηγάζει αυτή η βεβαιότητα; Θα μου πεις γενικολογώ και δε μπορείς να με παρακολουθήσεις. Ας πάρουμε λοιπόν ένα παράδειγμα. Ας θίξουμε το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης. Όταν γεννιέσαι σε μια φιλελεύθερη, δημοκρατική χώρα, όπως η μεταπολιτευτική Ελλάδα - μην τρέχουμε σε ξένους τόπους και χάσουμε το μπούσουλα - διδάσκεσαι ότι μέσα σε ένα περιβάλλον αστικής δημοκρατίας, είσαι κύριος των πράξεων σου οι οποίες είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης. Αν για παράδειγμα κάποιος οδηγηθεί σε παραβατικές συμπεριφορές, συμβαίνει επειδή ο ίδιος το επέλεξε. Αν κάποιος εμφορείται από ένα συναίσθημα πίστης προς κάτι ανώτερο, στον Χριστιανικό Θεό, στην προκειμένη περίπτωση, είναι επειδή ο ίδιος το επέλεξε μεταξύ όλων των πιθανών επιλογών που του παρουσιάστηκαν. Αν κάποιος «απιστεί» σε μια σχέση είναι επειδή αυτός το επέλεξε. Όλα αυτά είναι αδιαμφισβήτητα και αυτονόητα όσο αρνείσαι να τα διερευνήσεις. Νιώθεις ότι κατέχεις την απόλυτη αλήθεια και επομένως δε συντρέχει κανένας λόγος να εμβαθύνεις περισσότερο στα ζητήματα. Έπειτα, κάποιο τυχαίο γεγονός συμβαίνει, ή κάποιο ερέθισμα σε κινητοποιεί και αρχίζεις να διερευνάς την, έως τότε, απόλυτη αλήθεια. Μαθαίνεις λοιπόν ότι στη συντριπτική πλειοψηφία τους, τα άτομα που οδηγούνται σε παραβατικές συμπεριφορές, έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλον παραβατικότητας. Τα άτομα που εμφορούνται από το συναίσθημα πίστης προς έναν συγκεκριμένο Θεό, γαλουχήθηκαν σε ένα περιβάλλον αξιωματικής πίστης προς αυτόν και μάλιστα η πίστη σε συγκεκριμένο Θεό είναι ταυτισμένη με τον τόπο καταγωγής του ατόμου, ενώ τέλος, η ροπή προς την «απιστία» αφορά στη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Η λογική σου κλονίζεται, καθώς όλα αυτά τα δεδομένα, που είναι εξίσου αδιαμφισβήτητα με την μέχρι πρότινος αλήθεια σου, έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση μαζί της. Αν κάνεις δε, τον κόπο να αναλύσεις τα νέα στοιχεία, θα διαπιστώσεις ότι, η παραβατική συμπεριφορά είχε καλλιεργηθεί σε νεαρή ηλικία, η πίστη σε μια ανώτερη δύναμη, είναι προϊόν «πλύσης εγκεφάλου», αλλά και εκφοβισμού, ενώ η ερωτική «απιστία» είναι προγραμματισμένη γενετικά από τη φύση. Παρόλα αυτά, η δυνατότητα επιλογής σε κάθε περίπτωση, παραμένει. Κανείς δεν απαγορεύει σε κάποιον να κάνει ή να μην κάνει κάτι. Ποια είναι λοιπόν η αλήθεια σε ό, τι αφορά στην ελεύθερη βούληση; Έχουμε πραγματικά ελεύθερη βούληση, ή αυτή δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αναγκαία ψευδαίσθηση; Όμως ας ξεπεράσουμε το ζήτημα του «γενετικού η περιβαλλοντικού προγραμματισμού». Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι το άτομο κατά τη διάρκεια του βίου του έχει εκτεθεί σε όλες τις δυνατές επιλογές και έχει κατασταλάξει κατόπιν αξιολόγησης στις συγκεκριμένες που χαρακτηρίζουν την προσωπικότητα του. Αυτό σημαίνει ότι ανεξαρτήτως νέου περιβάλλοντος, το άτομο θα τείνει να οδηγείται στις ίδιες επιλογές. Αν κάποιος λοιπόν έχει επιλέξει να αποστασιοποιηθεί από τη βίαιη συμπεριφορά απορρίπτοντας την, δε θα έπρεπε να επηρεάζεται από την τοποθέτηση του σε ένα βίαιο περιβάλλον, καθώς αυτό του απαγορεύεται από το σύστημα αξιών που έχει διαμορφώσει. Στην πραγματικότητα αυτό που αποδεικνύει η εμπειρία, αλλά και συγκεκριμένα πειράματα, είναι ότι όταν οι συνθήκες είναι οι κατάλληλες το άτομο θα οδηγηθεί να εκδηλώσει αυθόρμητα βίαιη συμπεριφορά. Τέτοιες συνθήκες δημιουργούνται στα σωφρονιστικά ιδρύματα, στις πολεμικές συρράξεις, σε συνθήκες έλλειψης ζωτικού χώρου και πόρων. Σε αυτές τι καταστάσεις, το άτομο εξακολουθεί να έχει απόλυτη επίγνωση της συμπεριφοράς του. Το μόνο που αλλάζει είναι το πλαίσιο μέσα στο οποία αυτή λαμβάνει χώρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν το άτομο έχει ελεύθερη βούληση ή όχι; Έχει πραγματικά δυνατότητα επιλογής; Και αν αυτό φαίνεται να είναι αλήθεια, αφού όντως οι επιλογές υπάρχουν, γιατί η στατιστική είναι τόσο αμείλικτη; Γιατί η πλειοψηφία τείνει να οδηγείται σε συγκεκριμένη επιλογή; Ας μελετήσουμε τώρα το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης κάτω από το θρησκευτικό πρίσμα. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι υπάρχει ένας δημιουργός των πάντων, ο οποίος είναι άναρχος, άυλος, παντογνώστης και παντοδύναμος. Σύμφωνα λοιπόν με τις θρησκευτικές διδαχές, ο άνθρωπος έχει αφεθεί ελεύθερα από το δημιουργό του να επιλέγει, από ένα σύνολο πιθανών επιλογών που θα του παρουσιαστούν στη ζωή. Σύμφωνα με αυτές τις επιλογές, τελικά, θα κριθεί σε ανύποπτο χρόνο. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι κάποιο άτομο γεννιέται σε ένα περιβάλλον φτώχειας, ανέχειας και ανείπωτου ψυχικού και σωματικού πόνου. Επιθυμεί λοιπόν να μην είχε γεννηθεί καθόλου. Ο δημιουργός δε γνωρίζει εξαρχής την επιθυμία του ατόμου να μην είχε γεννηθεί; Και αν προεκτείνουμε αυτό το συνειρμό λίγο παραπέρα, δε θα οδηγηθούμε στο αυτονόητο συμπέρασμα ότι ο δημιουργός, ως παντογνώστης, γνωρίζει εξαρχής μια προς μια όλες τις επιλογές στις οποίες θα οδηγηθούν όλα ανεξαιρέτως τα δημιουργήματα του; Αυτό δεν καθιστά αυτομάτως την ελεύθερη βούληση άμεσα αμφισβητήσιμη, αφού όλες οι τελικές επιλογές είναι εξαρχής προδιαγεγραμμένες στο νου του δημιουργού; Αλλά ας εξετάσουμε και τις δυνατότητες ελεύθερης βούλησης του ίδιου του δημιουργού. Ο δημιουργός λοιπόν, έχει την επιλογή να αυτοκαταστραφεί αν το επιθυμεί; Αν όχι, ποιος ο ρόλος της ελεύθερης βούλησης στη δική του περίπτωση; Αν ναι, θα πρέπει να εξακολουθεί να θεωρείται παντοδύναμο κάτι που έχει τη δυνατότητα να καταστραφεί; Πού βρίσκεται η αλήθεια και πού το ψέμα;

Ας πραγματευτούμε τώρα ένα ζήτημα που συνδέεται εμμέσως ή αμέσως με αυτό της ελεύθερης βούλησης, την έννοια της δικαιοσύνης. Αν και δεν καταλήξαμε τελικά σχετικά με την υπαρξιακή υπόσταση της ελεύθερης βούλησης, τουλάχιστον μπορούμε να υποθέσουμε με σχετική βεβαιότητα ότι σύμφωνα με τη στατιστική, τα άτομα τείνουν να εκδηλώνουν συγκεκριμένη συμπεριφορά όταν ανατρέφονται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες ή όταν λειτουργούν σε δεδομένο πλαίσιο συμβάσεων. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι έχουμε ένα σύστημα που αποτελείται από δύο ομάδες. Η μια ομάδα διαβιεί και αναπαράγεται σε ένα περιβάλλον βίας, έλλειψης ζωτικού χώρου και πόρων, το οποίο ανατροφοδοτείται διαρκώς από γενιά σε γενιά, ενώ η δεύτερη διαβιεί και αναπαράγεται σε ένα περιβάλλον ευμάρειας και αφθονίας πόρων. Και οι δύο ομάδες οφείλουν να υπακούουν στους ίδιους κανόνες. Το σύστημα λοιπόν χαρακτηρίζεται από στοιχεία κοινωνικής ανισότητας. Στατιστικά, οι πιθανότητες που έχει ένα τυχαίο άτομο από την πρώτη ομάδα να παραβεί τους κανόνες και τελικά να τιμωρηθεί, είναι συντριπτικά μεγαλύτερες από τις πιθανότητες πού έχει ένα τυχαίο άτομο από τη δεύτερη ομάδα να κάνει το ίδιο. Η ερώτηση είναι η εξής: Αφού οι συνθήκες δεν αλλάζουν σε καμία από τις δύο ομάδες, οδηγώντας με μαθηματική ακρίβεια την πρώτη να παραβαίνει συχνότερα τους κανόνες από την δεύτερη, δεν οφείλει το δικαιικό σύστημα να το λαμβάνει υπόψη του αυτό; Ποιός είναι ο πραγματικός ηθικός αυτουργός της παραβατικής συμπεριφοράς που γεννάται ευκολότερα στην πρώτη ομάδα; Δεν θα έπρεπε να τιμωρείται αυτός που διατηρεί τις συνθήκες κοινωνικής ανισότητας; Ποιος όμως είναι αυτός που διατηρεί ή γεννά αυτές τις συνθήκες; Δεν είναι ουσιαστικά η πρώτη ομάδα, τα μέλη της οποίας έχουν συντριπτικά σημαντικότερες πιθανότητες να αναδείξουν τους ελεγκτές και διαμορφωτές των κανόνων που διέπουν το σύστημα; Αν λοιπόν ένα μέλος της πρώτης ομάδας, βιαιοπραγήσει ή και σκοτώσει ακόμα, ένα μέλος της δεύτερης ομάδας, ποιος οφείλει να τιμωρηθεί; Το μέλος που βιαιοπράγησε ή το μέλος που έγινε αποδέκτης της βιαιοπραγίας, δηλαδή το μέλος που με έμμεσο ή άμεσο τρόπο διαμόρφωσε τις συνθήκες κοινωνικής ανισότητας; Βέβαια, από την άλλη, το ποιός θα βρεθεί σε ποιά ομάδα, οφείλεται σε εντελώς συγκυριακούς λόγους που διέπονται από όρους τυχαιότητας. Αν κάνουμε αλλεπάλληλες αναγωγές στο παρελθόν, ώστε να καταλήξουμε στην αρχική αιτία που δημιούργησε το σύστημα, καθώς δε μπορούμε να επιρρίψουμε την ευθύνη της ηθικής αυτουργίας στους φορείς των συμπεριφορών, αφού αυτές έχουν διαμορφωθεί από το περιβάλλον το οποίο αναπαράγεται και ανατροφοδοτείται από τον εαυτό του, οδηγούμαστε στο προφανές συμπέρασμα ότι ο πραγματικός ηθικός αυτουργός, δε μπορεί παρά να είναι η ίδια η φύση καθιστώντας την έννοια της δικαιοσύνης άνευ νοήματος. Πού βρίσκεται λοιπόν η αλήθεια όσο αφορά στη δικαιοσύνη; Με ποια κριτήρια διαμορφώνεται ένα δικαιικό σύστημα; Ποιος είναι ο ενάρετος και ποιος ο κακός; Και γιατί έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη να προσωποποιούμε την «Κακία», ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτι απρόσωπο; Μήπως ή ίδια η αντίληψη μας για τη δικαιοσύνη είναι λανθασμένη; Μήπως δίκαιο για τη φύση είναι οτιδήποτε λαμβάνει χώρα υπό τη σκέπη της; Δηλαδή, τα πάντα; Αν είναι έτσι, γιατί το ανθρώπινο είδος έχει την τάση ή την ανάγκη να ορίζει ορισμένες ενέργειες ως «άδικες»; Πως είναι δυνατό ένα νεοσύστατο είδος, μόλις λίγων εκατομμυρίων ετών ζωής, που από καθαρά συγκυριακούς λόγους βρέθηκε στην ηγεσία του πλανήτη, να εγείρει ζητήματα δικαιοσύνης και να εγκαλεί, ουσιαστικά, την ίδια τη φύση; Πού ακριβώς βρίσκεται η αλήθεια σε όλα αυτά; Μήπως τελικά είναι βολική η λύση του δημιουργού που δίνει σε όλα τα ερωτήματα απάντηση; Μα ακόμα και αν η αλήθεια είναι ο δημιουργός, ποια είναι η αλήθεια του ίδιου; Γιατί δηλαδή θα πρέπει να ικανοποιούμαστε απλώς και μόνο με την ύπαρξη του και να μην αναζητούμε με την ίδια συλλογιστική την αλήθεια της αλήθειας; Ποια αξία μπορεί να έχει μια τελική αξιωματική απάντηση που φέρει το ίδιο βάρος με την απάντηση «Υπάρχει, γιατί έτσι!».Πόσο ικανοποιητική μπορεί να είναι μια αλήθεια που δεν έχει η ίδια νόημα; Μήπως η ανυπαρξία νοήματος βγάζει περισσότερο νόημα από την ύπαρξη; Και αν ισχύει αυτό, γιατί νιώθουμε την ανάγκη να υπάρχει ένα νόημα, το οποίο, στην πραγματικότητα, δε γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνει;

Αυτά, όλα, είναι βασανιστικά ερωτήματα που ψάχνουν απάντηση. Το πιθανότερο είναι να μη βρουν ποτέ, γι αυτό θα αναζητήσω ικανοποίηση σε δύο μπάλες παγωτό φιστίκι. Ελπίζω να μη σε έβαλα σε σκέψεις. Εξάλλου, όταν σε κυνηγάει το βάρος του χρέους, έχεις χρόνο για κουταμάρες που δε βγάζουν νόημα;

ΝικΝικ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ShareThis

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...